Ποιος είμαι, Θεέ μου;

Γράφει ο ΑΠΕΛΛΗΣ
Ο Γιώργος, είναι ένας μέσος Έλληνας μισθωτός, ετών 40, που δύσκολα πλέον τα φέρνει βόλτα. Όμως, το πρόβλημα του Γιώργου δεν είναι μόνο οικονομικό. Ο Γιώργος έχει πρόβλημα τελευταία, κυρίως με την ταυτότητα του. Δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα, ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζε εκείνος. Όταν όλα κυλούσαν μέσα στη ρουτίνα μιας ευημερούσας καθημερινότητας, ο Γιώργος νόμιζε ότι ήταν ένας «συγκλίνων Ευρωπαίος». Έτσι του είχαν πει και ο Γιώργος το πίστεψε.

Τώρα, όμως, τα σκληρά μέτρα του Μνημονίου, διέλυσαν έξαφνα τις αυταπάτες και τις ψυχολογικές δικλείδες ασφαλείας. Απόμεινε γυμνός στην ψυχή, όσο άδεια μοιάζει να είναι τώρα και η τσέπη του. Βουλιαγμένος στον καναπέ, σχεδόν ρουφηγμένος από την θλίψη του, συνειδητοποιεί για πρώτη φορά τον ανίερο δεσμό της ψυχής του με τις αυξομειώσεις του Χρηματιστηρίου. Θυμάται, ότι όσο ανέβαιναν οι ονομαστικές αξίες αναγάλλιαζε η ψυχή του. Τώρα που οι αξίες και ο μισθός του πήραν την κατηφόρα, η ψυχή του γκρεμίστηκε στα τάρταρα. Τι θα μπορούσε άραγε να την συγκρατήσει, αφού όλα τα «φώτα» της τα είχε συσκοτίσει; Το 4Χ4 είναι σταθμευμένο από κάτω, αλλά δεν έχει πολλή βενζίνη για να το κινήσει. Τα βασικά δρομολόγια. Η ψυχή του ασφυκτιά, αλλά

δεν έχει τη δύναμη να την αναστήσει.

Έτσι, ο Γιώργος, διαβαίνοντας πια το κατώφλι της φτώχιας και πίνοντας γουλιά-γουλιά το πικρό ποτήρι της κατάθλιψης, άρχισε επιτέλους να θυμάται τον παλιό εαυτό του και να φιλοσοφεί. Πάντα η δυσκολία ωθεί προς την φιλοσοφία. Η γύμνια της τρέμουσας από το κρύο ψυχής, που έχασε πια την ζεστασιά της απατηλής οικονομικής ασφάλειας, τον έκανε να σκεφτεί, πως χρόνια τώρα είχε πάψει να συλλογιέται. Ένιωσε, εν τούτοις, πως τούτη η δυστυχία, άρχισε να δίνει ένα νέο βάθος στη σκέψη του. Ένα βάθος, που είχε στερήσει η ευμάρεια της επίπλαστης πραγματικότητας. Θυμήθηκε το χωριό του, το παλιό του σαραβαλάκι, κάποια άλλα χρόνια γεμάτα φως και χαρά με φίλους και αγαπημένους. Πολύ παλιά, τότε που όλα ήταν μεν φτωχικά, αλλά όπως λέει και το τραγούδι ευτυχισμένα. Κατάλαβε πως η χαρά δεν εξαρτάται από τον πλούτο, αλλά από το απόθεμα της ψυχής. Μια αναλαμπή ελπίδας φώτισε την εκπληκτική σκέψη, ότι μπορεί μεν να γίνει φτωχός αλλά τούτο δε σημαίνει, ότι πρέπει να γίνει σκλάβος της φτώχιας. Θυμήθηκε εκείνον τον ποιητή που έγραφε, πως:

 

«Φτωχός δεν είναι αυτός που δεν έχει πολλά.

Αληθινά φτωχός, είναι μόνο αυτός που φοβάται την φτώχια του».

 

Από εκείνη την εποχή έχουν περάσει πολλά χρόνια. Ήρθε έπειτα το Ευρώ μαζί με τις φρούδες υποσχέσεις του ευδαιμονισμού. Έλαμψε το χρυσό περιτύλιγμα του ευρωπαϊκού «θαύματος» και τον θάμπωσε, αλλά μαζί του χάθηκε και η ουσία του περιεχόμενου. Θόλωσε η ελληνική ψυχή του. Ήπιε πολύ ουίσκυ και μέθυσε.

Κάπως έτσι ο Γιώργος, μουδιασμένος από τις δυσμενείς εξελίξεις, κράτησε την ψυχή του μέσα στη χούφτα και την φύσηξε για να την ζεστάνει. Έφερε στο νου του τα προηγούμενα χρόνια. Έφτασε μέχρι την παιδική του ηλικία. Δάκρυσε από τη νοσταλγία, σημάδι πως η ετοιμοθάνατη ψυχή του ζούσε ακόμη. Άρχισε να αναρωτιέται «Ποιος είμαι, θεέ μου;» Αντί άλλης απάντησης, η σκέψη του πρόβαλλε στον νοερό καμβά της, όλα τα πρόσωπα που συνέβαλλαν στο σχηματισμό της νεόκοπης ταυτότητας του. Γνήσιο παιδί της εποχής του ο Γιώργος, άρχισε πια να καταλαβαίνει τις αιτίες του προβλήματος.

Δεν ήταν η άδεια του τσέπη, αυτή ήταν μόνο μια συνέπεια. Ήταν η παγιδευμένη ψυχή του. Αυτή, που εγκλωβισμένη στο πλήθος των αντιθέσεων και των αντιφάσεων της ζωής του, αδυνατούσε να τον ακολουθήσει. Θυμήθηκε, ότι από μικρό παιδί μέχρι τώρα, έζησε και ζει μέσα σε παράλληλα σύμπαντα αντίθετων εννοιών και καταστάσεων. Πως ήταν τα πάντα, αλλά και τίποτα. Μια μικρή κουκίδα μέσα σε ένα πέλαγος αντινομιών. Αναλογίστηκε το πλήθος των αντιθέσεων που έθεσαν το υπόστρωμα της ζωής του. Από τη στιγμή που η σκέψη του βρήκε την άκρη του νήματος, άρχισε επιτέλους να ξεπλέκει το κουβάρι της νεοελληνικής του ταυτότητας. Μιας ταυτότητας υπερτροφικής, εθελοτυφλούσας, παραπαίουσας, συμπλεγματικής. Μα πάνω από όλα πλασματικής. Μέσα στον θόλο του κρανίου του οι αντιφατικές έννοιες συγκρούονται με θόρυβο και η ηχώ τους αντηχεί στο κενό της ερώτησης: «Ποιος είμαι, θεέ μου;».

Μια φωνή από το παρελθόν επιβεβαίωσε, ότι «Ανήκομε εις την δύσιν». Αλλίμονο, συμπέρανε, η δύση παραήταν ακριβή και μόνο να της ανήκουμε μπορούσαμε. Ένα λαϊκό τραγούδι στο ραδιόφωνο, ξύπνησε τις μνήμες του από εκείνα τα χρόνια. Η ψυχή του σκίρτησε μέσα στην παλάμη. Ακόμη την έλκυαν οι νότες του μπουζουκιού και οι ήχοι της ανατολής. Αλλού ήταν αυτός και αλλού ήταν η ισορροπίστρια ψυχή του. Αυτός, άκουγε τα τελευταία χιτ και τις ροκιές, αλλά η ψυχή του εκστασιαζόταν με το σόλο κλαρίνο του Σαλέα και με το μπουζούκι του Τσιτσάνη. Αυτός διάβαζε με μανία τις σούτρες του Ράμα και τις Βέδδες, αλλά η ψυχή του προσευχόταν σιωπηλά σε ένα ασκηταριό του Αγίου Όρους, σαν μελισσόκερο και λιβάνι. «Ποιος είμαι, θεέ μου; Πώς βρέθηκα σε αυτόν τον τόπο;»

Και οι αντινομίες των σκέψεων συνέχιζαν να τον βομβαρδίζουν. Του είπαν ότι είναι Ευρωπαίος, αλλά για να γίνει «κανονικός» τέτοιος, θα πρέπει να πάψει να είναι Έλληνας. Ο Γιώργος όμως δεν τους απάντησε, ότι είναι ο κατεξοχήν ευρωπαίος. Άλλοι, του είπαν ότι είναι οι «γνήσιοι» Έλληνες, και πως το Βυζάντιο δεν ήταν ελληνικό. Αυτός σκέφθηκε ότι στο βυζάντιο μιλούσαν ελληνικά. Κάποιοι τρίτοι του είπαν ότι είναι Ρωμιός, άλλοι ότι είναι Γραικός. Μερικοί, του είπαν πως δεν είναι καν Έλληνας. Πως πρέπει να γίνει κοσμοπολίτης. Ότι βρέθηκε τυχαία πάνω σε αυτό το άγριο κομμάτι του βράχου, που το δέρνει ο ήλιος και που το χτυπάνε τρεις θάλασσες και ο άνεμος. Πάνε, λέει, αυτοί οι αρχαίοι, εσύ απλά μιλάς μια γλώσσα. Και ο Γιώργος σχεδόν το πίστεψε.

Η ψυχή του έκλαιγε, και του έδειχνε τα ένδοξα ερείπια, αλλά αυτός δεν τα έβλεπε. Έκλεινε τα μάτια και σχεδίαζε το ευρωπαϊκό του «μέλλον». Πετούσε γοητευμένος προς τον «διαφωτισμό» και τον ευρωπαϊκό ορθολογισμό, όπως η πεταλούδα προς το φως. Αλλά η μυστική ψυχή του αποσυρόταν στο ημίφως, για να σώσει τους  μύθους της από τους προβολείς του φωταδερού αφανισμού. «Μπήκαν στην πόλη οι οχθροί», έψελνε ο άγιος τραγουδιστής, αλλά ο Γιώργος τους ψήφιζε! Η ψυχή του έβλεπε τον δόλο πίσω από τα προσωπεία τους, αλλά ο Γιώργος τυφλός τους χειροκροτούσε! Κούνησε το κεφάλι μετανοημένα.

Αν άκουγε την ψυχή του….αν….

Όμως, η πολιτική σχιζοφρένεια του Γιώργου, έχει και αυτή την ιδιαιτερότητα της. Μέχρι τώρα έβαζε το κόμμα πάνω από την πατρίδα. Τώρα πια του είναι κατανοητό, πως έννοιες όπως συντηρητικός-προοδευτικός, δεξιός-αριστερός, δεν έχουν καμία αξία. Τώρα πια κατάλαβε ότι όλα τα μαγαζιά είναι ίδια. Τώρα που οι «αγορές» με νύχια γαμψά του έσκισαν την πλάτη, ο Γιώργος αναζητά εκ νέου την ταυτότητα του. Διαισθάνεται πως σε αυτήν βρίσκεται η σωτηρία, και μόλις που προλαβαίνει να σώσει την ψυχή του.

 

 

 

Εικόνα – Γλυπτό : Auguste Rodin «Ο στοχαστής»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: